Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Χρωστάμε τα μυαλοκέφαλά μας

Παλιά μου συμφοιτήτρια, από την ίδια σχολή, όχι από το ίδιο τμήμα, βρέθηκε να δουλεύει μέσω γνωστού της σε πολιτικό γραφείο γνωστού πολιτικού της αντιπολίτευσης τότε. Μιλάω για διάστημα περίπου τριών χρόνων πριν.

Για τη συμπεριφορά του και την προσωπικότητά του, είχε μόνο δυσαρέσκεια να εκφράσει. Για όλα τα άλλα, είχε κάτι παραπάνω από αυτό. Τελικά, μετά από έναν περίπου χρόνο η συνεργασία τους έληξε κάπως έτσι: Η φίλη μου αντέδρασε στις υπερωρίες που έκανε, ΧΩΡΙΣ να βρίσκεται στο γραφείο του εν λόγω πολιτικού, τις οποίες όμως ΕΣΕΙΣ ΟΛΟΙ τις πληρώνατε ΜΙΑ ΧΑΡΑ. Με άλλα λόγια, ο πολιτικός αυτός ΕΒΓΑΖΕ από μία υπάλληλο του γραφείου του παραπάνω από 1000 ευρώ τον μήνα, αναφέροντας ΨΕΥΔΩΣ ότι κάνει υπερωρίες.

Ο τότε βουλευτής έγινε υπουργός με τη νέα κυβέρνηση που προέκυψε το 2009, και παραμένει μέσα στα υπουργεία και με τον νέο ανασχηματισμό του 2011. Αν νομίζετε ότι αυτός ο πολιτικός αποτελεί εξαίρεση, πλανάστε πλάνην οικτράν.

Και τώρα κάντε έναν απλό υπολογισμό: Ένας βουλευτής ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ να έχει στο πολιτικό του γραφείο 4 υπαλλήλους, ένας υπουργός όσους θέλει και δεν σας λέω τι θέλουν για αυτοκίνητο, είδη γραφείου, τηλεφωνικούς λογαριασμούς, αεροπορικά εισιτήρια κτλ. Σας λέω μόνο για τους υπαλλήλους που δικαιούνται. Ας μείνουμε στο λιγότερο δαπανηρό παράδειγμα, αυτό του βουλευτή. 4 υπάλληλοι από 1000 ευρώ τον μήνα τουλάχιστον, υπολογίζονται σε 70.000 τον χρόνο, τουλάστον! ΣΥΝ 1000 ευρώ «ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ» από τον καθένα άλλες 70.000 ευρώ-μποναμάς για τον βουλευτή.

Πάμε τώρα στη σούμα. Αν υποθέσουμε «κακόπιστα» ότι όλοι ακολουθούν το ίδιο εργοδοτικό μοντέλο..ΠΟΣΟ ΚΟΣΤΙΖΟΥΝ ΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΤΟΥΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ ΤΟΥΣ; 168.000.000 ευρώ τον χρόνο, τουλάχιστον!

Οι πολιτικοί μας είναι σάπιοι και η σάπια πολιτική τους μόλυνε την κοινωνική ραχοκοκαλιά από άκρη σε άκρη. Η κοινωνία πάσχει από θανατηφόρα ασθένεια και αντί να φάει τουλάχιστον μια χημειοθεραπεία καταπίνει τη σούπερ μαντολίνη με τη σέσουλα από ανασχηματισμό σε ανακύκλωση κι από παρωδία σε υποσυνείδητη χειραγώγηση του κόσμου. Τώρα, η χειραγώγηση είναι υποσυνείδητη, πριν ήταν συνειδητή.

Καλά τα λέει ο Πάγκαλος για να απενεχοποιήσει τα εγκλήματα τους, υπενθυμίζοντάς μας τη συμμετοχή στο κόλπο. Συμμετοχή είναι όταν βολεύεσαι κρατώντας το στόμα κλειστό για τα κακώς κείμενα. Συνενοχή είναι να κρατάς το στόμα σου κλειστό, ακόμη κι όταν δεν βολεύεσαι! Οι μόνοι που δικαιούνται να φωνάζουν στο Σύνταγμα, όμως, είναι δεύτεροι. Εσείς, οι πρώτοι που απολαμβάνατε παχυλούς μισθούς, έναν κανονικό και έναν από τα επιδόματα, εξακολουθήστε να κρατάτε το στόμα σας κλειστό, γιατί και η υποκρισία έχει τα όριά της!

Αλλά, όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Είναι όπως λένε και οι σοφοί πολιτικοί μας…παρελθοντολογία! Μην ξανακούσω κανέναν να αναφέρεται στα αμαρτήματα που παρελθόντος, λοιπόν. Μετά την απομάκρυνση από τις κάλπες όλα ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ μονοκοντυλιά! Αυτοί που τα έπραξαν, αθωώνονται ως δια μαγείας με τη νέα εντολή του λαού. Τώρα έχουμε εκλεγμένη κυβέρνηση που ασκεί τα καθήκοντά της μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο. Και αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα και απ’ όλους: Να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της, ανενόχλητη, απαράλλαχτη και με τον ίδιο ξύλινα παπαγαλίστικο πολιτικό λόγο που προβάρεται στον καθρέφτη της τουαλέτας ανάμεσα σε αυτάρεσκη αλαζονεία και μάταιη πεποίθηση ότι απευθύνεται σε ηλίθιους, πουλημένους, βολεμένους, αμέτοχους, ανίδεους, ακοινώνητους κατ’ επίφασιν πολίτες.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

To τελευταίο ενοίκιο..

Πηγαίνοντας να πληρώσω το 10ο ενοίκιο, βρήκα τον κυρ Φώτη να ξεφυλλίζει με γινάτι ένα μικρό ορθογραφικό-μονοτονικό λεξικό του Πατάκη, ίδιο με εκείνο που μου είχε χαρίσει πριν από πολλά χρόνια η νονά μου, η κυρία Σία.

Με το τράβηγμα της καρέκλας του μικρού στρογγυλού τραπεζιού, το βλέμμα του ξεκόλλησε γουρλωμένο από τα φύλλα, και η ερώτηση με πρόλαβε πριν καθίσω: «Ξέρεις τι σημαίνει σώγαμπρος;» Η απάντησή μου, δεν φάνηκε να τον πείθει, και έτσι συνέχισε το φυλλομέτρημα..

«Εγώ, δεν έμενα στο ίδιο σπίτι με τα πεθερικά μου, άρα δεν είμαι!», αναφώνησε μόλις το δάκτυλό του στέριωσε πάνω από το λήμμα. «Θα το πω αύριο στον Κοσμά να μη με λέει σώγαμπρο στο καφενείο!», συνέχισε μονολογώντας.

Εγώ πάντως, το ενοίκιο στο όνομα της γυναίκας του το πληρώνω, μα και τα άλλα ενοίκια από τα μισά διαμερίσματα της πολυκατοικίας, στο ίδιο όνομα πληρώνονται! Η κυρία Τούλα, ωστόσο, μόνο για ιδιοκτήτρια μισής πολυκατοικίας δεν μοιάζει. Συρρικνωμένη, ρουφηγμένη και σταφιδιασμένη με πρησμένα μελανά δάχτυλα και καλοδουλεμένες ρυτίδες πάνω από τα φαγωμένα χείλη που δεν φτάνουν για να κρύψουν τα μεγεθυμένα δόντια μασέλας πίσω από κάθε λέξη.

«Φαίνεται καλός αλλά δεν είναι!», μου είπε χαμηλόφωνα τινάζοντας την άκρη της μπλούζας της με τον αντίχειρα και τον δείχτη αηδιασμένους σαν να έπιαναν ύφασμα βγαλμένο από τον Θερμαϊκό. «Εγώ γιατί νομίζεις ότι κατάντησα έτσι;», συνέχισε ακόμη πιο χαμηλόφωνα.

Δεν είχα καμία αμφιβολία επ’αυτού. Εδώ κόντεψα να αρρωστήσω εγώ μέχρι να πάρω πίσω μέρος της εγγύησής μου, μετά και την καταβολή του 15ου και τελευταίου ενοικίου. Τέτοιο επινοητικό παραλήρημα για να γλιτώσει κανείς λίγα ευρώ, που δεν ήταν ποτέ δικά του, από κάποιον που του έσκαγε τα ενοίκια κάθε δέκα του μηνός και ώρα 6 απογευματινή επί ενάμιση χρόνο, δεν το φανταζόμουν ούτε κατά υπερβατική φαντασία.

Τι έναντι, τι εκκαθαριστικά, τι πρόωρες μετρήσεις της ΔΕΗ, τι προφητείες για την ΕΥΔΑΠ, που δεν σου παρέχει πρόωρη μέτρηση, μετά από τις άτοπες απειλές που με έφερναν αντιμέτωπη με το φαιδρό δίλλημα: επιστροφή εγγύησης ή πληρωμή υπόλοιπων ενοικίων μέχρι τη λήξη του συμβολαίου μετά την «πρόωρη» αποχώρησή μου, μετά από την καρμιροκλάψα της χαροκαμένης χήρας, που έπαιζε σε επανάληψη τις εξής φράσεις: «δεν έχω, δεν έχω», «μου περικόψανε τη σύνταξη», «κάνω ανακαίνιση σε ένα διαμέρισμα», μετά από την αρχική διαβεβαίωση «Θα σας τα δώσω αφότου φύγετε», που ούτε κι αυτή έπιασε τόπο.

Τι μηχανεύτηκε το γέρικο μυαλό του για να γλιτώσει 100 ευρώ; Το βλέμμα μου αφαιρέθηκε πάνω στον χρυσό σταυρό που κρεμιόταν στον λαιμό της κυρίας Τούλας, ενώ στεκόμουν έξω από την κάσα της εξώπορτας του σπιτιού της, αρνούμενη να περιμένω εντός της οικίας της, όσο ο άντρας της ετοίμαζε μια χειρόγραφη Α4 κόλλα, αναγκαστικά, αφότου όλα τα επιχειρημάτά του πήγαν στον βρόντο, για να μου επιστρέψει το ευτελές για την περιουσία του και τη χοντρή σύνταξή του κουρεμένο υπόλοιπο ποσό από την εγγύηση που του είχα καταβάλει ενάμιση χρόνο πριν.

Τη σήμερον ημέρα, ορνιθοσκαλίσματα, προσθαφαιρέσεις, επεξηγήσεις με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, κι άλλες πράξεις, αυξημένη με το ζόρι ΕΥΔΑΠ..ζαλίστηκα μέχρι να φτάσω στο τέλος όπου έπρεπε να υπογράψω για να διασφαλίσω τον κυρ Φώτη, μη τυχόν και προσφύγω σε δικηγόρο για να πάρω πίσω τα λεφτά της εγγύησης που θα μου επέστρεφε, τα οποία ακόμη και ετούτη την ύστατη ώρα, τα έβγαζε κατά 12 ευρώ λιγότερα.

Ευτυχώς η κυρία Τούλα πρόλαβε να μου επιστρέψει κρυφά το ακριβές ποσό, όσο ο άνδρας της συνέτασσε το πολύτιμο ντοκουμέντο με περισσή σπουδή μη του ξεφύγει κανένα σεντ, παρότι η ώρα ήταν περασμένη, νυχτωμένη και πιο κουρασμένη από ποτέ..και το θέμα τελείωσε εκεί!

Άθλιες ψυχές, ταπεινοί προσκυνητές του χρήματος που σέρνονται σκοτεινές στα σοκάκια της Αθήνας, για να φτάσουν στη ΔΕΗ, μέσα στο ιδρωμένο καταμεσήμερο, φτάνει να μη χρειαστεί να πάρουν αυτοκίνητο ή ταξί!

Άθλιες ψυχές, καταφρονεμένοι ζητιάνοι του κέρματος που σέρνονται μόνες από δωμάτιο σε δωμάτιο για να φτάσουν στο τραπεζικό βιβλιάριο, μέσα στο πεθαμένο σπίτι, φτάνει να βλέπουν τα μηδενικά στη θέση τους!

Ή εγώ έτυχε να γνωρίσω πολλές ή αυτές δεν τις παίρνει ούτε ο Χάρος και βολοδέρνουν καταραμένες στους δρόμους. Πόση αθλιότητα μπορεί να αντέξει αυτός ο κόσμος; Αν υπήρχαν επιτρεπτά όρια, η μία φυσική καταστροφή μετά την άλλη θα έπρεπε να είχαν ήδη μετατρέψει τη γη μας σε χαμένη Αθλιαντίδα.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Mπορείτε να μαντέψετε ΤΙ είναι;

Υπάρχει παντού γύρω μας και εκδηλώνεται με έντονα καιρικά και κοινωνικά φαινόμενα. Τι είναι; Η αυριανή μέρα ..μπορεί για τον καθένα από εμάς να έχει τη δική της σημασία. Για μένα, πάντως, είναι σαν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Έχοντας εξαντλήσει κάθε σπιθαμή υπομονής, τα τελευταία τρία χρόνια είχα ρίξει μαύρη πέτρα σε αυτό το μόρφωμα που πολλοί το αποκαλούσαν κοινωνία.

Στο μυαλό μου στριφογύριζε πάντα η ιδέα της μετανάστευσης σε άλλη χώρα. Το 2009, οι περιστάσεις το έφεραν έτσι, ώστε να κάνω το πρώτο μου ταξίδι στας Ευρώπας. Πόσο πολύ μου έλειψε η χώρα μου, δεν μπορώ το περιγράψω. Ένιωθα σαν το ψάρι έξω από το νερό. Όχι άβολα, αλλά εκτός του «φυσικού» μου περιβάλλοντος.

Όταν επέστρεψα, το πήρα πολύ πατριωτικά το θέμα. Γιατί να φύγω εγώ; ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΑΥΤΟΙ! Να φύγουν αυτοί που κάνουν ανυπόφορη τη ζωή μου εδώ. Γιατί να φύγω εγώ; Γιατί φεύγουν οι νέοι μας, γιατί φεύγουν οι επιστήμονες, γιατί φεύγουν οι άνθρωποι που έχουν κάτι να δώσουν και μένουν μόνο αυτοί που έχουν κάτι να πάρουν;

Κατάντησα ανασφάλιστη, ακοινώνητη και καταγγελιομανής. Κατήγγειλα το ΙΚΑ της περιοχής μου, κατήγγειλα το ΚΕΠ της περιοχής μου, κατήγγειλα ακόμη και το Πανεπιστήμιό μου. Και το περίεργο ξέρετε πιο είναι; Οι ανώτεροι των καταγγελλομένων, με δικαίωναν! Σε μια πρόσφατη συναλλαγή μου με άλλο δημόσιο φορά, ο ίδιος ο διευθυντής με προέτρεψε να κάνω καταγγελία, αφού σήκωσα κυριολεκτικά όλο το ταχυδρομείο στο πόδι με τις φωνές μου, ενώ μια υπάλληλος μου είπε: «Αφού ζείτε σε υπανάπτυκτη χώρα, είστε και εσείς υπανάπτυκτη».

Αυτός ο συλλογισμός δεν είναι λάθος, η θιγμένη υπάλληλος, έλεγε αλήθεια. Όποιος ζει σε μια υπανάπτυκτη χώρα, είναι υπανάπτυκτος. Η μόνη διαφορά ήταν όμως, και αυτό πως θα μπορούσε να το ξέρει η υπάλληλος, ότι εγώ ζω στη χώρα, χωρίς πραγματικά να ζω. Και ξεμυτίζω από τον μικρόκοσμό μου, μόνο όταν πραγματικά αναγκάζομαι. Γι’ αυτό και εναπόθεσα όλες μου τις ελπίδες σε μια κοινωνία πολιτών..έστω και ηλεκτρονική, έστω και φαντασιακή!

Πρέπει να είσαι πραγματικά υπανάπτυκτος, όσα πτυχία κι αν έχεις πάρει, για να καταδέχεσαι να σου περνάει μια αίτηση ένας δημόσιος υπάλληλος που κάνει 5 λεπτά να καταχωρήσει ένα όνομα στον υπολογιστή, αφότου σε έχει κάνει να χάσεις 5 μέρες για να πηγαινοέρχεσαι από ράθυμο ρεμάλι σε πλαδαρό χαραμοφάη για να κάνεις μια απλή δουλειά, που μέσω υπολογιστή θα μπορούσε να γίνει σε ένα λεπτό.

Πρέπει να είσαι πραγματικά υπανάπτυκτος, όσα πτυχία κι αν έχεις, για να καταδέχεσαι να καταλαμβάνονται όλες οι θέσεις εργασίας γύρω σου από διπλο-τριπλοθεσίτες που έχουν το ένα τρίτο των προσόντων σου, από φτασμένους με το ζόρι που δεν αφήνουν χώρο σε νέα παιδιά γιατί προστατεύουν σαν ύαινες τα "κεκτημένα" τους και από ξεφτιλισμένους που πουλάνε ακόμη και την ψυχή τους στο διάολο για να κρατήσουν μια θέση.

Πρέπει να είσαι πραγματικά υπανάπτυκτος, όσα πτυχία κι αν έχεις, για να ξοδεύεσαι και να ξοδεύεις σε μια κοινωνία που δεν έχει τίποτα να σου πουλήσει. Ούτε παιδεία, ούτε υγεία, ούτε εργασία, ούτε όνειρα. Αν δεν είσαι υπανάπτυκτος δεν καταδέχεσαι να ζεις σε μια υπανάπτυκτη κοινωνία..την ΑΛΛΑΖΕΙΣ!

Απάντηση στο quiz: Η ΑΛΛΑΓΗ

Αύριο στις 18:00 ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ!

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Η ώρα του αποχωρισμού..

Νόμισα ότι είδα έναν άνδρα να στέκεται στην πλαγιά του δάσους, καθώς περπατούσα αμέριμνη στο αγαπημένο μου μονοπάτι. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο προς τα κυπαρίσσια της τελευταίας πλαγιάς. Τα χέρια του ήταν δεμένα πισθάγκωνα στη μέση του, σαν να κρατούσε το ένα το άλλο και το δεξί του πόδι ξεπρόβαλλε ένα βήμα πιο μπροστά από το αριστερό.
Αν στεκόταν σε γκρεμό θα νόμιζε κανείς ότι ετοιμαζόταν να κάνει ένα βήμα στο κενό. Στεκόταν, όμως, πάνω σε ένα χωμάτινο πεζούλι, δίνοντας την εντύπωση ότι ετοιμάζεται να απαγγείλει.
Όλα τα έχουμε δει σε αυτό το δάσος πια.. τον κύριο Αργύρη να συνοδεύεται από φίλους ενώ είναι πάντα μονάχος του, έναν υπερήλικα να τρέχει ημίγυμνος, ακόμη και έναν νεαρό άνδρα να κάνει τζόκινγκ με κολλαρισμένο κοστούμι, παραμιλώντας! « Μμμ, άλλος ένας περίεργος στο άλσος που όλα τα αλέθει», σκέφτηκα σιωπηρά ψάχνοντας ταυτόχρονα για έναν σκύλο γύρω του, που θα τον απάλλαζε με την παρουσία του από τη βιαστική ετυμηγορία μου.
Νόμισα ότι είδα τον σκύλο μου να τον πλησιάζει ερευνητικά, έτοιμος ίσως να του γαβγίσει, πιστός στη συνήθειά του να γαβγίζει σε όσους παρουσιάζουν ασυνήθιστη συμπεριφορά. Ο μεσήλικας άνδρας τον κοίταξε κατάματα, χαιρετίζοντάς τον. Η ουρά του Μπέμπε τινάχθηκε συνθηματικά στον αέρα.
«Εσείς δεν είχατε έναν σκύλο;», ρώτησε όλο απορία η Μαριάννα, που μας συντρόφευε στη βόλτα μας, μαζί με τη Μπλανς. Στο άκουσμα της ερώτησης το πρόσωπο του άγνωστου άνδρα πλημμύρισε από το αίμα που ανέβηκε από το λαιμό του μέχρι το μέτωπο, και το κεφάλι του έσκυψε μηχανικά. Τότε είδα στα σίγουρα έναν άνδρα να στέκεται πάνω από τον τάφο του σκύλου του και να θυμάται κοιτάζοντας στο κενό τις βόλτες που κάνανε μαζί στο δάσος επί δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.
«Έπρεπε να του κάνω ευθανασία», μας είπε σαν να ήθελε να μοιραστεί τις τύψεις του, και ξαναέκρυψε το κεφάλι του κατεβάζοντας το βλέμμα του προς το χώμα. Τα παρηγορητικά μας λόγια έκρυβαν ακόμη περισσότερο το πρόσωπο του μεσήλικα άνδρα, μέχρι που μας γύρισε την πλάτη ξεσπώντας σε αναφιλητά.
Συνεχίσαμε την πορεία μας, χωρίς να ξεμακρύνουμε. Στον γυρισμό τον ξαναβρήκαμε. Τον πλησιάσαμε. Φαινόταν απαρηγόρητος πίσω από τα δάκρυα που δεν τον ένοιαζε πια να κρύψει. Μιλήσαμε λίγο. Ξεχάστηκε, ξεχαστήκαμε, χαιρετηθήκαμε..
Η λήθη είναι η μόνη παρηγοριά στο δέσιμο που δεν λύνεται ποτέ..ούτε μετά θάνατον.…αν και όσες αναμνήσεις κι αν θάβουμε μεγαλώνοντας, κάποιες θα μένουν για πάντα ζωντανές στη μνήμη μας.