Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Άναψε τη σπίθα του φωτός

Προλάβαμε να απολαύσουμε τη βουβαμάρα μας μέχρι να βολευτούμε στα καθίσματα. Μόλις άνοιξαν οι πόρτες, επιβιβάστηκε το χάος! Ένα μάτσο παιδιά ξεχύθηκαν από παντού, γεμίζοντας τον άδειο διάδρομο με φούρια! Φασαριόζικα παιδιά όλων των ηλικιών. Άλλα με καστανά μαλλιά, άλλα με βαμμένα και άλλα με ανταύγειες!

Μπροστά μας καθόταν ένα ζευγάρι νεοπαππούδων, και κάπου εκεί ανάμεσα τους, ξεπρόβαλλε ένα κεφαλάκι με εύθραυστα ξανθά μαλλιά.

«Τι όνομα έχει;» ρώτησε με θρασοθάρρος μια νεαρή έφηβη με καταπράσινα μάτια.

«Αντιγόνη», απάντησε ο παππούς με προθυμία. «Κοίτα τα παιδάκια Αντιγόνη..»είπε τότε ο παππούς δείχνοντας το τσούρμο που είχε συγκεντρωθεί γύρω από τη νεαρή έφηβη.

Τα τσουρμοπαιδάκια είχαν τσουβαλιαστεί στα μεσαία καθίσματα όπως όπως! Κάποια άλλα πηγαινοέρχονταν ακόμη στον διάδρομο. Άλλα κρατούσαν ακόμη τα τρίγωνα, ενώ μια προέφηβη έδινε παράσταση τραγουδώντας μια επιτυχία που ούτε την είχα ξανακούσει, ούτε την καταλάβαινα.

Η Αντιγόνη, ούτε καν σάλεψε..Λίγο πριν μπουν τα παιδιά την άκουσα να κλαίει μηχανικά μόνο και μόνο για να δηλώσει τη δυσαρέσκειά της που τόλμησαν να τη βάλουν να καθίσει σε κάθισμα, αντί να την πάρουν αγκαλιά.

«Αυτόν πως τον λένε;», ρώτησε με περιέργεια ο παππούς.

«Ροναλντίνιο», απάντησε η νεαρή έφηβη τινάζοντας τα μεγάλα του αυτιά όλο χάδια!

«Παιδί σου είναι;» συνέχισε τις ερωτήσεις ο παππούς.

Και ερώτηση στην ερώτηση..το φτιάξανε το γενεαλογικό δέντρο..

Όσο η πολυμελής οικογένεια συστηνόταν, εγώ κοιτούσα σχεδόν μαγεμένη τον Ροναλντίνιο και ο Κώστας μετρούσε χρυσά δόντια. Η νεαρή έφηβη ήταν η μεγαλύτερη αδερφή, δίπλα της καθόταν η 25χρονη μαμά της που έμοιαζε με 40 ετών και παραδίπλα η γιαγιά που κατά πάσα πιθανότητα ήταν 40 ετών.

Ο Ροναλντίνιο ήταν ο προτελευταίος αδερφός της οικογένειας, ο έκτος στη σειρά για να μη χάνουμε το μέτρημα. Τον ξανακοίταξα..αν και δεν νομίζω να πήρα στιγμή το βλέμμα μου από πάνω του..Τι βλέμμα ήταν αυτό; Άστραφτε σαν κεραυνός και φώτιζε σαν ήλιος! Τα ορθάνοιχτα καστανά μάτια του εστίαζαν σαν μικροσκόπιο πάνω μας, σε έναν έναν ξεχωριστά. Μας μιλούσαν με λέξεις βροντερές, μας καλούσαν με σχόλια επαινετικά, μας χαιρετούσαν με περίσσια αρχοντιά!

Αυτός ο δίχρονος Ροναλντίνιο έμοιαζε σαν να ταξίδευε τον κόσμο πιασμένος από μια μπάλα με ήλιον. Ξαφνικά άρχισαν να με σφίγγουν τα ρούχα μου, ένιωθα να πνίγομαι..αυτός ο Ροναλντίνιο ήταν σαν μια όαση αέρηδων κι εγώ έλιωνα στην έρημο των κοινωνικών συμβάσεων. Πως δέθηκα έτσι σε εκείνη την άβολη καρέκλα; Γιατί σταμάτησα να τραγουδάω; Που είναι εκείνες οι ιστορικές φόρμες μου με το έμβλημα των reb bulls; Με αυτές έτρεχα όσο άντεχα και καθόμουν όπως μου έκανε κέφι!

Τα κοίταξα όλα εξεταστικά…και τότε πρόσεξα ότι όλα -άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο- πετούσαν σπίθες. Ακόμη και τα μάτια της μαμάς ακόμη και τα μάτια της γιαγιάς, όχι μόνο των παιδιών.

Έψαξα τότε στον δρόμο, στο πολυκατάστημα, σε κάθε γωνιά του περιβάλλοντος, όπου μπορούσε να φτάσει το μάτι μου. Τσάντες και τσιγάρα, τακούνια και κοστούμια, μα σπίθα πουθενά!

Άρχισα να απελπίζομαι μέχρι που έφτασα στο μετρό. Διέκρινα από μακριά ένα πρόσωπο μέσα στο μαυροφορεμένο μπούγιο. Φυσικά δεν το είχα ξαναδεί, αλλά το κοίταξα πολλές φορές για να αναπληρώσω τoν χαμένο χρόνο. Λαμποκοπούσε μέσα στη χλομάδα του. Δεν ήταν αυτόφωτο, αντλούσε φως από κάποιο άλλο πρόσωπο που το συνόδευε, αλλά τι με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Εγώ ήθελα μόνο να απαθανατίσω το φως.

Όταν ήρθε ο συρμός το λαμπερό πρόσωπο χάθηκε μέσα στο στριμωγμένο πλήθος. Βγαίνοντας από το μετρό, το ξαναβρήκα! Δεν είχε χάσει σπιθαμή από τη λάμψη του...

Άραγε να παρέμενε φωτεινό ακόμη κι όταν θα απομακρυνόταν από την πηγή του φωτός;




http://www.facebook.com/photo.php?fbid=10150116592690202&set=a.10150116592575202.320650.165272310201