
Έρχεται όποτε θέλει, κάθεται για όσο θέλει και φεύγει όποτε θέλει.. Άλλοτε ορμητική σαν κλασική σονάτα του κι άλλοτε σιγανή σαν μητρικό νανούρισμα. Θα μπορούσε να είναι μια παραφωνία στην καθημερινότητά μας, αλλά είναι μονάχα ένα διάλειμμα. Το διάλειμμα της φύσης. Ο ουρανός σημαίνει το κουδούνι και το σύννεφο μετράει τον χρόνο. Ποτέ δεν είναι ίδιος, ούτε ο χρόνος, ούτε η ένταση, ούτε το τέμπο. Είναι όμως πάντα ίδιος ο ρυθμός. Εντυπωσιακό, το πως συγχρονίζονται τόσα εκατομμύρια σταγόνες κάτω από μια υδάτινη μπαγκέτα..
Με συνεπαίρνει σαν παιδάκι που λαχταρά να τρέξει στα ανοιχτά, σαν άνθος που λαχταρά να ανθίσει, σαν ζωντανό πλάσμα που λαχταρά να ξεδιψάσει. Μάλλον γι’ αυτό ξεχνάω πάντα μόνο ένα πράγμα όταν βρέχει: την ομπρέλα! Κατά βάθος διατηρώ την ιδέα ότι μόνο τότε μου επιτρέπεται να τα κάνω κι εγώ μούσκεμα. Το μόνο που θα ακούσω είναι: «Γιατί δεν πήρες ομπρέλα;» Κι εγώ θα απαντήσω κοφτά: «Την ξέχασα..»και το θέμα θα τελειώσει εκεί.
Επειδή όμως είναι άλλο πράγμα να ξεχάσεις την ομπρέλα κι άλλο να μην έχεις, η βροχή με βάζει σε σκέψεις. Ίσως είναι κι αυτός ένας ακόμη λόγος που ξεχνάω την ομπρέλα μου, για να βρέχονται οι σκέψεις μου. Ό,τι γεύση κι αν αφήνει η ιδέα του να είσαι μουσκεμένος κάτω από τη βροχή, σίγουρα είναι περισσότερο πικρή από τη γεύση που αφήνει το βίωμα αυτού του αισθήματος..Η γεύση είναι πικρή όπως και να'χει, στην ταύτιση όμως γίνεται πιο ήπια!
Όταν υποθέτουμε γλιτώνουμε από την εμπειρία, όχι όμως από τις τύψεις. Όταν ταυτιζόμαστε γλιτώνουμε από τις τύψεις, όχι όμως από τις συνέπειες. Δεν είναι εύκολο πράγμα το να συμπάσχεις. Δεν είναι εύκολο να ζεις με τύψεις. Είναι όμως εύκολο να ξεχνάς. Γι’ αυτό όλοι ζούμε με ξεχασμένες τύψεις..
Ξεχασμένος πρέπει να ήταν κι αυτός ο άνθρωπος που συνάντησα χτες. Καθόταν κάτω στο πεζοδρόμιο με σκυμμένο κεφάλι. Αλλά μας είχε γυρισμένη την πλάτη..σε όλους εμάς που περπατούμε με το κεφάλι ψηλά. Ακουμπισμένος σε μια κολώνα προτιμούσε να κοιτάζει προς τη λεωφόρο, παρά προς το πεζοδρόμιο.
Φαινόταν σαν να είχε ζαλιστεί και να είχε γείρει στην κολώνα μέχρι να συνέλθει. Έτσι σκέφτηκα, αλλά δεν μου απάντησε..Ξαναμίλησα πιο δυνατά..με κοίταξε με απορία. Μεσήλικας, με γκρίζα μαλλιά και γυαλιά οράσεως. Αδύνατος με σκιστά μάτια σαν κινέζος, αλλά ψηλός με άλλη φυσιογνωμία.
«Afganistan!» μου είπε.
Δεν μιλούσε αγγλικά, ούτε εγώ καταλάβαινα αφγανικά, αλλά ακόμη και την ίδια γλώσσα να μιλούσαμε τόσο καλά δεν θα εμπέδωνα αυτό που είχε να μου πει, όπως το εμπέδωσα βλέποντάς το..
Έσμιξε τα τρία πρώτα δάχτυλά του, όπως κάνουν οι Χριστιανοί όταν πρόκειται να κάνουν τον Σταυρό τους, και σήκωσε το χέρι του προς το πρόσωπό του, όπως κάνουν οι Χριστιανοί όταν πρόκειται να κάνουν τον Σταυρό τους…αλλά αντί να ακουμπήσουν το μέτωπο και μετά την κοιλιά, τα τρία σμιγμένα του δάχτυλα ακούμπησαν τα χείλη του, πολλές φορές.
Πεινούσε..
Σε λίγο οι σταγόνες σε γρήγορο τέμπο και στον ίδιο γνώριμο ρυθμό, άρχισαν να χτυπούν το πεζοδρόμιο όπως χτυπούσε κάποτε ο άκαρδος αμαξάς το άλογό του. Οι περαστικοί προσπαθούσαν να κρυφτούν κάτω από τις ομπρέλες τους και τα υπόστεγα, γιατί η βροχή βλέπετε..δεν κάνει εξαιρέσεις. Είμαστε όλοι εκτεθειμένοι σε αυτήν, όπως είμαστε και στην πείνα. Και η πείνα δεν κάνει εξαιρέσεις, είμαστε όλοι εκτεθειμένοι σε αυτήν όπως είμαστε στη ζωή. Η πείνα ..ΙΣΩΣ να είναι το μόνο πράγμα στη ζωή ΑΠΕΝΑΝΤΙ στο οποίο είμαστε όλοι ΙΣΟΙ! Αυτό θα πρέπει να το θυμούνται πάντα οι ξεχασμένες μας τύψεις..

