
Εντάξει, μπορεί να είχαμε τις διαφορές μας με κάποιες γείτονες χώρες, αλλά τώρα με τον Νταβούτογλου «τέρμα» οι κοκορομαχίες στον εναέριο χώρο αγνώστου πατρός. Και μπορεί παρελθοντικά οι μεν να αδελφοσκότωσαν τους δε, οι εκτός τους εντός, και αντιστρόφως, αλλά η μια συνθήκη έφερε την άλλη και όλες τη μία: Από Ανατολική Θράκη μέχρι Γαύδο στην Ελλάδα είμαστε!
Κι αφού είναι τόσο ξεκάθαρο και σαφώς ορισμένο, γιατί όλοι γύρω μου αναρωτιούνται; Αναρωτιέται ο ηλικιωμένος κύριος στο λεωφορείο, αναρωτιέται η ώριμη κυρία στο νοσοκομείο, αναρωτιέται η νεαρή δεσποινιδούλα στο σχολείο. Ο ηλικιωμένος κύριος είναι ο ίδιος που αγόρασε διαμερισματάκι με τα φθηνά δάνεια της χούντας και μετά προσκύνησε μπλε ή πράσινο. Η ώριμη κυρία είναι η ίδια που έκανε το παν για να σπουδάσει τον γιο της, ο οποίος παρότι δεν έπαιρνε από γράμματα, μια θέση στο δημόσιο την πήρε. Και η δεσποινιδούλα είναι η ίδια που παρότι διατελεί μαθητευομένη στο σχολείο μπορεί να σου μάθει τα πάντα γύρω από το σ…τύλ!
Η ποσότητα και η συχνότητα αναδιατύπωσης και διαρκούς επανάληψης του ερωτήματος φτάνει πια στα αυτιά μου σαν ένα μαγικό ξόρκι. Όταν το λες, όλα τα προβλήματα επιλύονται ως δια μαγείας και εσύ ο ίδιος απαλλάσσεσαι από κάθε ευθύνη. Ακόμη καλύτερα, αυτή η πρόταση μου θυμίζει κάποιο είδος mantra σαν αυτά που μουρμουράνε οι εν υπνώση αδελφοί μοναχοί με το ξυρισμένο κεφάλι πάνω στη Λάσα, όταν διαλογίζονται. Μια που το επαναλαμβάνεις δυο τρεις φορές την ημέρα, μια που εξιλεώνεσαι!
Και μετά θυμάμαι ένα γαϊδουράκι που είχε ο κυρ Γιώργης, καλή του ώρα. Είχε γεράσει και δεν ήθελε να το πονάει, γι’ αυτό χτυπούσε μόνο το σαμάρι. Δεν ήταν φιλόζωος εκ πεποιθήσεως, από γερασμένες τύψεις το έκανε. Γέρος αυτός, γέρος και ο γάιδαρος, γεροντική αλληλεγγύη. Δεν γέρασα ακόμη, εμφανισιακά τουλάχιστον. Αλλά, βάζω στοίχημα ότι αν φύγω από την Ελλάδα σήμερα και επιστρέψω μετά από 50 χρόνια, το πρώτο πράγμα που θα ακούσω θα είναι αυτό: «Εμ, βέβαια, στην Ελλάδα δεν είμαστε;»
Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα, τώρα ξέρω ότι θα’ σουν η ίδια με αυτή που έχω δεύτερα. Πρώτα, δεύτερα, τρίτα…το πρόβλημα μου γιατρέ μου είναι ότι «Δεν μπορώ να κόψω τις ρίζες μου». Καλά μου έλεγε ο πατέρας μου όταν σάπιζα στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση: «Κόψε τις ρίζες παιδάκι μου», αλλά που εγώ! Εκεί, να μην χάσω τη συνέχεια. Συνέχεια το ίδιο έβλεπα και συνέχεια το ίδιο ήθελα να βλέπω. Σαν σειρά του Φώσκολου, εκεί που νόμιζες ότι θα τα φτιάξει η Σελήνη με τον Αλέξη, να’σου η Βίρνα και τα ξώγαμα του Γιάνγκου. Και επεισόδιο στο επεισόδιο, δεν έμαθα ποτέ τι έγινε. Το τέλος δεν φαίνεται να έχει πια καμία σημασία. Σημασία έχει μόνο η συνέχεια.
Συνέχεια σκεφτόμουν να μεταναστεύσω, συνέχεια το ανέβαλα. Άραγε τώρα να ήρθε η ώρα; Αλλά κι αν ήρθε αυτή, έφυγα εγώ! Και που να πάω; Που θα βλέπω να μουντζώνονται στον δρόμο; Που θα ακούω τόση γκρίνια σε replay; Που θα κάνω καταγγελίες με το καλημέρα σας; Που θα έχω την ευτυχία να μιλάω με 170 υπαλλήλους πριν με συνδέσουν με αυτόν τον ένα που έψαχνα μια ώρα πριν; Που θα αναπνέω τόσο ρυπαρό αέρα γεμάτο μόρια σκόνης και εξουδετερωμένα άτομα; Που…θενά αλλού! Ιδρυματοποιήθηκα τώρα πια, είναι αργά για απεξάρτηση. Και να σκεφτεί κανείς ότι ποτέ δεν έκανα καταχρήσεις. Ούτε ταξίδια μακρινά. Μόνο προχτές. Πήγα στο Μόναχο και γύρισα. Πήγα και ήρθα που λέμε. Πως διάολο περιμένουν να ζήσω σε ένα πράσινο περιβάλλον με κτίρια μεσαιωνικού τύπου, απ’ όξω από τα οποία περιδιαβαίνουν υψηλού βιοτικού επιπέδου άνθρωποι και μόνο δεσποζόμενα ζώα, χωρίς να πατάνε πάνω ούτε σε μια γόπα; Ούτε σε μία απλή γόπα βρε αδερφέ; Ζωή είναι αυτή;
Εμ, βέβαια, στην Ελλάδα είμαστε, και αυτό δεν είναι κακό. Το κακό είναι ότι στην Ελλάδα θα παραμείνουμε…
Υποσ. Το έργο της φωτό κοσμεί την πλατεία του Freising, μιας κωμόπολης λίγο έξω από το Μόνοχο.

