Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

H ΒΟΛΗ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΗΜΕΝΗ

Κάποια στιχάκια που τραγουδάμε ενίοτε, όχι μόνο τυχαία δεν είναι, αντιθέτως εκφράζουν πλήρως την ψυχολογική μας διάθεση. Γι’αυτό κι εγώ χτες, παρότι είχα να το ακούσω χρόνια, βρέθηκα να σιγοτραγουδάω το κάποτε μεγάλο "heat" του Λιβιεράτου, την ώρα που «μπρος στον καθρέπτη κοιταζόμουν και σκεφτόμουν..σ’αυτό το γάμο εγώ δεν ήθελα να πάω»! Αλλά, φιλενάδα η Ευγενία και μάλιστα πολύ ξηγημένη! Χώρια που μάχιμος αξιωματικός ο γαμπρός, μόνο για τα καψώνια που θα του έκαναν… άξιζε τον κόπο.

Δεν έκανα καμία απολύτως προετοιμασία, έβαλα ένα φόρεμα που είχα βρει στις εκπτώσεις με 15 ευρώ, κάτι πέδιλα αντίστοιχου status, δανείστηκα τη τσάντα της αδερφής μου, και σε λιγότερο από 20 λεπτά, το ταξάκι μάς αποβίβαζε στα σκαλιά της εκκλησίας.

«Και εκεί που όλο το βράδυ φαινόταν για σκάρτο», έφτασε η νύφη! Αν τη συμπαθούσα την Ευγενία πριν, μετά το γάμο της τη λάτρεψα! Απλά ντυμένη, αλλά όχι flat, βγήκε από το καλογυαλισμένο αυτοκίνητο στην ώρα της, με τον αέρα της άνετης και ωραίας γκόμενας που πάει για καφέ στο μικρολίμανο. Ούτε τουπέ, ούτε άγχος, για να μη θυμηθώ την υστερία της τελευταίας νύφης που είχα κατά νου, που από τη μανία της δεν στέριωσε μπούκλα στο φρεσκοβαμμένο κεφάλι της! Να σημειώσω εδώ, φυσικό χρώμα μαλλιών η Ευγενία!

Η μεγάλη έκπληξη, όμως, ήρθε μετά, και δεν αναφέρομαι στα καψώνια, αλλά στους παπάδες! Κανένας δεν ήταν Οβελίξ, αντιθέτως, αν τους ξύριζες τα μούσια, μπορεί να θύμιζαν κάτι από καθηγητές παλιού λυκείου! Οι ψαλμοί τους με γύρισαν πίσω, στα χρόνια του μουσικού γυμνασίου, τότε που εγκαινίαζα κάθε νέο ψαλμό στη τάξη υπό το χτύπημα ενός κέρματος με το οποίο κράταγε τον ρυθμό ο κος Κιούσης, καλή του ώρα! Ο τελών το μυστήριο δε, δεινός ρήτωρ, τόσο πολύ μου άρεσε ο λόγος του, που λίγο έλειψε να χειροκροτήσω μετά και την τελευταία του φράση!

Όταν έφτασε η ώρα για τα καψώνια, άξιζε τον κόπο η αναμονή. Οι φίλοι μάχιμοι δοκίμασαν για τα καλά τις αντοχές του γαμπρού, ο οποίος δεν σταμάτησε να διατυμπανίζει την αγάπη του για τη νύφη, από κάθε μεριά του δρόμου! Έτρεχε στα περίπτερα, σταματούσε αυτοκίνητα, διέκοπτε την κυκλοφορία, αλλά στο τέλος νομίζω όλοι εμπεδώσαμε ότι «Είναι τρελός για την πάρτη της Ευγενίας!»

Η τελευταία πράξη του ευτυχούς γεγονότος έμελλε να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα! Καθώς στεκόμουν κάτω από τον υψηλής αισθητικής πολυέλαιο, τραβώντας τη ζώνη του φορέματός μου σαν μικρό κοριτσάκι που περιμένει με αγωνία να μάθει τι κρύβει το κουτί, μια εντελώς αντανακλαστική κίνηση, έστρεψε όλα τα φώτα πάνω μου και όλοι στην αίθουσα ξέσπασαν σε χειροκροτήματα! Μόνο ο αδελφός της νύφης φώναζε ότι η βολή ήταν στημένη! Που να ήξερε όμως ο ανίδεος, ότι εγώ παρά το pocket size μου, έπαιζα μπάσκετ στο γυμνάσιο (πολύ δημιουργικά χρόνια αυτά του γυμνασίου μου, τελικά) και πως ήταν αδύνατο να μη ξεφύγει η ανθοδέσμη μέσα από τα χέρια..της διπλανής μου! Τώρα που το σκέφτομαι, χάρη της έκανα, λίγο ακόμη και θα την είχε φάει, γιατί ίσα που την πρόλαβα να μη της σκάσει μες τα μούτρα!

Αν ήταν όλοι οι γάμοι τόσο διασκεδαστικοί, δεν θα με παρακαλούσε η μάνα μου να μην την εκθέτω στο σόι με τα 40 ξαδέρφια μας, θα πήγαινα ευχαρίστως σε όλα τα μυστήρια και θα τραγουδούσα α καπέλα με τα αδέρφια του μπαμπά μου όλα παραδοσιακά που υμνούν την αγάπη στη μάνα! Αλλά δεν είναι και αρνούμαι να πάω! Αν και στης Ευγενίας, χαλαρά ξαναπήγαινα…!! Πως κρατήθηκα και δεν της είπα «Και του χρόνου!», γιατί στους κουμπάρους της μια χαρά «Καλούς απογόνους!», τους ευχήθηκα!



Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ήξερα ότι η πεζοπορία θα τελείωνε μετά από εκείνο τον ανηφορικό δρόμο που τύλιγε απότομα τα σπλάγχνα του βουνού σαν φίδι -σε εκείνο ακριβώς το σημείο που όταν κατηφόριζες, έβλεπες γκρεμό και όταν ανηφόριζες, έβλεπες πλαγιά- αλλά πάντα επέμενα να ρωτάω: "Φτάσαμε;" Και, ψάχνοντας να ξετρυπώσω λίγο χώμα με το βλέμμα μου, στρίμωχνα τα πεδιλάκια μου ανάμεσα στις σμιλευμένες πέτρες. "Σε λίγο", ακουγόταν πάντα πειστική η φωνή της θείας μου.
Αν και αποκαμωμένη, συνέχιζα να περπατάω με όσο σθένος μου είχε απομείνει, γιατί ήξερα ότι στο τέλος της διαδρομής, η γιαγιά μου θα μου έφτιαχνε τσοκολάτο και θα με σκέπαζε με το κόκκινο γιοργκάνι λίγο πριν κοιμηθώ.
Λίγο τσάι του βουνού και ρίγανη, μια στέρνα, ένα πηγάδι και το βιός, έτσι θυμάμαι τώρα το χωριό μου. Κανένα ίχνος φολκλόρ στη μάχη για την καθημερινή επιβίωση. Καμία λαογραφική υποσημείωση κάτω από την εικόνα με τις γυναίκες που θέριζαν το στάρι με το δρεπάνι.
Από τη μια κωμόπολη στην άλλη και από το ένα αστικό κέντρο στο άλλο, πέρασαν είκοσι χρόνια. Όσα διαμερίσματα κι αν άλλαξα, όσους ασφαλτωμένους δρόμους κι αν περπάτησα, η πέτρα και τα πλατάνια εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη μνήμη μου και η ανηφόρα τη ζωή μου. Κάποιοι το λένε μοίρα, άλλοι αναπαραγωγή της κοινωνικής πραγματικότητας και άλλοι αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αλλά στο τέλος λίγη σημασία έχει. Η αφετηρία, καθορίζει απόλυτα την πορεία μας στη ζωή, οι εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Πες μου από που ξεκινάς να σου πω που θα φτάσεις, και κυρίως, αν θα φτάσεις!
Εγώ ακόμη περπατάω για να με φτάσω και όσο προχωράω μπροστά τόσο η σκιά μου μένει πίσω. Πίσω σε εκείνη την αρχή! Δροσίζεται από τα πλατανόφυλλα και ξεδιψά απ'το ποτάμι. Γλυκαίνεται με μαρέγκα, διασκεδάζει παίζοντας κουκλοθέατρο με αυτοσχέδιες κούκλες και γνωρίζει νέους πολιτισμούς, ταξιδεύοντας αδιάκοπα από εποχή σε εποχή.
Αν και λιγότερο αποκαμωμένη, δεν περπατάω πια με σθένος, γιατί ξέρω ότι στο τέλος της διαδρομής, κανείς δεν θα είναι εκεί για να μου ετοιμάσει γλυκό και το πάπλωμα ποτέ θα φτάνει ως εκεί που φτάνουν τα πόδια μου, όσο και να το τραβάω.
Η σκιά μου αντιστέκεται στον χρόνο ή εγώ στην αλήθεια; Η θεία μου, μου έλεγε ψέμματα ή εγώ ήθελα να την πιστεύω; Η πρόθεση διαμορφώνει την πραγματικότητα ή η πραγματικότητα την πρόθεση; Στην περίπτωση που ισχύει το πρώτο, ξέμεινα από προθέσεις, ενώ στην περίπτωση που ισχύει το δεύτερο, ξέμεινα από "αλήθειες".

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

ΦΤΥΣΕ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ?

Αυτά τα χούγια τα έχει σε έντονο βαθμό ο πατέρας μου, και πραγματικά δεν ξέρω αν θα τα εμφάνιζα ανατρεφόμενη υπό άλλες συνθήκες, πάντως κατέληξα κι εγώ να μη θέλω με τίποτα στη ζωή μου να βλέπω παπά -ούτε ζωγραφιστό- και να μη φοράω μαύρα παπούτσια, ακόμη κι αν χρειαστεί να περπατήσω ξυπόλυτη. Τι σχέση μπορεί να έχει ο παπάς με το μαύρο παπούτσι, και η αντιπάθειά μας προς αμφότερα, άγνωστο, σημασία έχει ότι μπαμπάς και κόρη, πετάνε φλύκταινες μπροστά στο θέαμα.

Κι αν στην ύψιστη ανάγκη μπορώ να κάνω μια παράβλεψη στα μαύρα παπούτσια, δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ να συμπαθήσω παπά, ειδικά μετά το προχθεσινό!

«Ο μπαμπάς με τη νονά να πάνε στον παπά», μας κάλεσε επιτακτικά κάποια φωνή μέσα στο χάος των ψιθύρων και των χαιρετισμών!

Ψάχνοντας από δω κι από κει μέσα στην εκκλησία, η νεοκόρος μας υπέδειξε το home office του παπά στον προαύλιο χώρο. Αμάθητη κι εγώ από τις διαδικασίες, καθότι είχα να παρακολουθήσω βάφτιση από τα εννιά μου, οπότε με βουτήξανε στην κολυμπήθρα, πήγα όπως ήμουν τη στιγμή που με φωνάξανε, χωρίς τσάντα!

Αυτό το είδος παπά που δεν χωράει πίσω από το γραφείο του από την παρατεταμένη νηστεία, με το ένα μάτι να κοιτάζει το βορρά και το άλλο το νότο, σαν τη σαλαμάνδρα, και να διαπραγματεύεται την ταρίφα της βάφτισης με επιδεξιότητα μουσουλμάνου σε αραβικό πάγκο, μου θύμισε μια λέξη που μου είχε εντυπωθεί από ένα βιβλίο «Latecomers». Eιδεχθή και απεχθή πλάσματα που είχαν επιφορτιστεί με το ρόλο του φοροεισπράκτορα επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έγραφε στην υποσημείωση.

«Ό,τι έχετε ευχαρίστηση», είπε το εξελιγμένο είδος latecomer! Εντάξει ήμουν άσχετη, αλλά η ευχαρίστηση δεν σου γεννάται μετά την τέλεση του event; Θέλω να πω, δεν έπρεπε να βαφτίσει πρώτα και μετά να ζητήσει ελεημοσύνη;

«Δώστε μας μια ιδέα, τι πληρώνουμε;», απάντησε ο ακόμη πιο άσχετος κουμπάρος μου!

«Ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε! Εγώ μπορεί να σας πω 100 ευρώ, εσείς θα μου τα δώσετε;», αποκρίθηκε το latecomer, χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τον πάγκο του, πάνω στον οποίο πρόλαβε να ακουμπήσει 100 ευρώ ο κουμπάρος μου, ανεβάζοντάς μου την πάντα χαμηλή μου πίεση, σε άγνωστες τιμές!

«Πληρώνει και η νονά κάτι, ό, τι έχει ευχαρίστηση», συμπλήρωσε ο πάτερ latecomer!

Ακούμπησε άλλα 50 ο κουμπάρος μου..

Και νομίζοντας ότι ξεμπερδέψαμε τη στιγμή που έκοβε την απόδειξη ο μουσουλμάνος παπάς πρόσθεσε: «Και δίνετε και κάτι στη νεοκόρο, ό,τι έχετε ευχαρίστηση!»

Άλλος παπάς διευθέτησε την ταρίφα, άλλος τέλεσε τη βάφτιση, μόνο που ο τελών ήταν ακόμη πιο κάτισχνος από τη νηστεία! Θα εισηγηθώ στη σύνοδο να είναι πιο ελαστικοί με αυτό το θέμα, έτσι που πάνε, δεν θα μείνει παπάς για πάπας όρθιος από την αυστηρή διατροφή, θα πέφτουν όλοι κάτω από τη χοληστερίνη! Κι έτσι που άκουγα τον Λέανδρο να κλαίει χωρίς σταματημό και τον παπά να βήχει πάνω μου, δεν ήξερα από πού να φύγω! Όταν δε, μου ζήτησε ο πάτερ Οβελίξ να φυσήξω και να φτύσω τρεις φορές στον αέρα προς την μεριά της εξώπορτας, ήθελα να κάνω μακροβούτι στην κολυμπήθρα και να βγω σε άλλη παραλία!

Τη στιγμή που η κουμπάρα γονάτισε μπροστά μου σαν ιππότης πρόθυμος να λάβει βασιλικό χρησμό, ανησύχησα, στη συνέχεια, όταν μου φίλησε το χέρι, νόμισα ότι με μπέρδεψε με τον πάτερα Οβελίξ, αλλά ήταν κι αυτό μέρος του τελετουργικού, με το οποίο τελείωνε το μυστήριο της βάφτισης!

Η διαδικασία τελέσεως του μυστηρίου δεν άφησε ίχνος πνευματικότητας πίσω της, ελπίζω όμως ότι θα καταφέρω να την εδραιώσω με το βαφτιστηράκι μου, σαν πραγματική πνευματική μαμά με το πνευματικό της παιδί…καθώς αυτό θα μεγαλώνει και εγώ θα ωριμάζω…