
Aρκεί μια συνάντηση με έναν αγαπητό συγγενή ή με έναν φίλο από τα παλιά για να αντιστραφούν οι δείκτες του χρόνου με ένα αυτόματο κλικ. Οι εικόνες ανασύρονται σκονισμένες από τα θεμέλια της παιδικότητας και ξεπροβάλλουν αδύναμες κάτω από τις θερμές ακτίνες του ηλίου. Μόλις τινάζεται αμυδρά η σκόνη, οι αναμνήσεις αναβλύζουν άφθονες από την πηγή της ζωής, έτοιμες να ξεχειλίσουν το ποτάμι που ρέει ασταμάτητα από την κοίτη του σήμερα στην καταγάλανη θάλασσα του χτες. Μπροστά σε αυτή τη θάλασσα, το στέρνο φουσκώνει από προσμονή και το μυαλό καταδύεται ανυπόμονα στον πυθμένα του υγρού σπηλαίου, πρόθυμο να θαμπωθεί και πάλι από τους διαμαντένιους σταλακτίτες.
"Η ζωή δεν είναι αυτό που έζησες, αλλά αυτό που θυμάσαι ότι έζησες". Να' ζησα άλλα και να θυμάμαι άλλα; Αυτό το αξίωμα σου με βάζει σε σκέψεις Γκαμπριέλ.. Μήπως δεν ήμουν εγώ που έβγαινα στ' ανοιχτά χωρίς σωσίβιο και σκαρφάλωνα στα πιο ψηλά δέντρα χωρίς σκάλα; Μήπως δεν ήμουν εγώ που πήγαινα κόντρα στον άνεμο χωρίς φρένα και ισορροπούσα στο χείλος του γκρεμού χωρίς σκοινί;
Κόκκοι άμμου θολώνουν τη μάσκα μου, καθώς σηκώνεται το πρώτο κύμα. Πάνω από το σώμα μου περνάνε βάρκες και βαρκούλες. Είναι ωραία να τις βλέπεις να χάνονται στο βάθος του ορίζοντα. Σε λίγο το κύμα ξεθυμαίνει στην αγκαλιά της άμπωτης. Ξαφνικά βαλτώνω πάνω στα φύκια και τα βότσαλα. Αλλά, είναι ωραία εδώ κοντά στην ακτή. Το νερό είναι πιο αφρώδες και ζεστό. Με δυο βήματα βρίσκω στεριά, και στη στεριά βρίσκω κοχύλια. Τι κι αν είναι άδεια και μικρά; Γίνονται χάντρες για κολιέ και στολίδια για γλάστρες. Κι οι γλάστρες γεμίζουν με γιασεμί και νυχτολούλουδο και ευωδιάζουν τον χορταριασμένο κήπο της Εδέμ για λίγες ώρες μόνο, όσο κρατάει το σκοτάδι.
Λίγο πριν το ξημέρωμα η φωνή του Αδάμ ακούγεται πιο σίγουρη από ποτέ .."Τέλος τα γυαλιστερά μήλα για μένα, από δω και πέρα θα τρώω μόνο βιολογικά και θα τ' αρπάζω μόνος μου, δεν σ' έχω πια ανάγκη, μ' ακούς; " Τώρα που ωρίμασε το κλήμα, η Έυα δεν νοιάζεται πια για τα μήλα ούτε για τον Αδάμ, μόνο φιλάει με πάθος τα νέα ζουμερά σταφύλια και στάζει γλεύκο στα περσινά ξινά. Η αναπνοή μου σώνεται στα μισά της διαδρομής και από το θολό χτες αναδύομαι στο ξεκάθαρο αύριο. Πως βρέθηκα εδώ; Σίγουρα με παρέσυρε το ρεύμα, αλλιώς εγώ ποτέ δεν θα ξεμάκραινα από τον εαυτό μου. Μήπως να γυρίσω πίσω; Αλλά με τι εφόδια; Το πιθανότερο είναι να χαθώ στα παγωμένα νερά. Δεν νομίζω ότι μου αρέσει εδώ, αλλά θα μείνω. Καλύτερα βρεγμένος και στα ρηχά, παρά στεγνός και στ' ανοιχτά!
