Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

O ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ

Η συσχέτιση της fortuna με την υπεραξία και τον φθόνο για το πέος, θα φάνταζε σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας για τους Μακιαβέλι, Μαρξ και Φρόιντ. Ωστόσο, ένας στρατιωτικός που ήθελε να καλοπιάσει μια δυναστεία, ένας αστός που οραματιζόταν την κατάρρευση του καπιταλισμού και ένας γιατρός που δεν έβρισκε τι ειδικότητα να σπουδάσει, γιατί δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη η ψυχιατρική, συνεργαστήκαν άρτια μετά θάνατον, και ιδού το αποτέλεσμα: Ο ηγεμών απέκτησε κεφάλαιο και αφού έλυσε το οιδιπόδειο, ανακάλυψε τον καλύτερο τρόπο για να χειρίζεται τα πλήθη: το μάρκετινγκ!
Ο όρος μάρκετινγκ δεν αποδίδεται μονολεκτικά στην ελληνική. Σε μια προσπάθεια να εξηγήσουμε τι σημαίνει, ας πούμε απλά ότι συνιστά την τεχνογνωσία με την οποία κινείται ο τροχός της αγοράς. Όσο ο τροχός κινείται, η άλλοτε αυτορυθμιζόμενη αγορά, βυθίζεται όλο και περισσότερο στο “σύνδρομο του σεξ”, γιατί δεν φτάνει να αγαπάει κανείς τα υλικά αγαθά, πρέπει και να φοβάται μήπως ξεμείνει!
Σε μια προσπάθεια να παρομοιάσουμε το μάρκετινγκ, ας πούμε απλά ότι είναι ένα τσουνάμι που τα σαρώνει όλα στο διάβα του, αφήνοντας πίσω πλαστικές σακούλες, φυλλάδια, κάρτες και λογότυπα! Παρά τη δριμύτητα των κυμάτων, όμως, υπάρχουν ακόμη κάποια λιγοστά σύμβολα που όχι μόνο δεν παρασύρονται από το ρεύμα, αλλά επιπλέουν θριαμβευτικά, όταν όλοι και όλα γύρω τους, βουλιάζουν.
Ένα τέτοιο σύμβολο, που αρνείται να προσκυνήσει τους κανόνες της αγοράς, βρίσκεται καταχωνιασμένο στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Εντελώς ανήλιαγο, χωρίς παράθυρα και air condition, ξεχωρίζει εκ πρώτης όψεως από τον τροφαντό μάγειρα που ξεκουράζει τη μέση του, καθισμένος σε μια παλιά ψάθινη πολυθρόνα στην είσοδο του χώρου, αναπαύοντας τα χέρια του πάνω στη λερωμένη ποδιά του, που δεν καταφέρνει με τίποτα να κρύψει το μέγεθος της ολοστρόγγυλης τουρλωτής του κοιλιάς.
Μέσα στον μονοκόμματο χώρο που απλώνεται σε δυο άνισα επίπεδα, οι διανομείς μπερδεύονται με τους πελάτες στο πρώτο και τα ανάκατα τραπεζάκια εμποδίζουν όσους θέλουν να επισκεφτούν το “μέρος”, στο δεύτερο. Τρία παλιά γκαρσόνια μαζεύουν όπως όπως το μπακαλόχαρτο-τραπεζομάντιλο τυλίγοντας μέσα σε αυτό τα αποφάγια και τέσσερα μέλη του προσωπικού κινούνται σαν σβούρες πίσω από τον πάγκο της κουζίνας για να προλάβουν τις παραγγελίες, που πέφτουν βροχή.
Το ταβάνι της ταβέρνας συγκρατεί μετά βίας τα παλιά ψάθινα φωτιστικά, ενώ το ξύλο μάταια προσπαθεί να καμουφλάρει τα σαράντα χρόνια του, κάτω από τις σκασμένες του ρυτίδες. Εντούτοις, οι πελάτες πηγαινοέρχονται σαν τα μυρμήγκια και τα πιάτα αδειάζουν τον ένα μετά το άλλο. Τι θέση μπορεί να έχει το μάρκετινγκ σε μια ταβέρνα που παρέχει πεντανόστιμο φαγητό και τα γκαρσόνια “ξέρουν ποιος στ’ αλήθεια έχει καεί”; Καμία, γι’ αυτό μη ζητήσετε φυλλάδιο φεύγοντας!