Σε μια προσπάθεια να παρομοιάσουμε το μάρκετινγκ, ας πούμε απλά ότι είναι ένα τσουνάμι που τα σαρώνει όλα στο διάβα του, αφήνοντας πίσω πλαστικές σακούλες, φυλλάδια, κάρτες και λογότυπα! Παρά τη δριμύτητα των κυμάτων, όμως, υπάρχουν ακόμη κάποια λιγοστά σύμβολα που όχι μόνο δεν παρασύρονται από το ρεύμα, αλλά επιπλέουν θριαμβευτικά, όταν όλοι και όλα γύρω τους, βουλιάζουν.
Ένα τέτοιο σύμβολο, που αρνείται να προσκυνήσει τους κανόνες της αγοράς, βρίσκεται καταχωνιασμένο στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Εντελώς ανήλιαγο, χωρίς παράθυρα και air condition, ξεχωρίζει εκ πρώτης όψεως από τον τροφαντό μάγειρα που ξεκουράζει τη μέση του, καθισμένος σε μια παλιά ψάθινη πολυθρόνα στην είσοδο του χώρου, αναπαύοντας τα χέρια του πάνω στη λερωμένη ποδιά του, που δεν καταφέρνει με τίποτα να κρύψει το μέγεθος της ολοστρόγγυλης τουρλωτής του κοιλιάς.
Μέσα στον μονοκόμματο χώρο που απλώνεται σε δυο άνισα επίπεδα, οι διανομείς μπερδεύονται με τους πελάτες στο πρώτο και τα ανάκατα τραπεζάκια εμποδίζουν όσους θέλουν να επισκεφτούν το “μέρος”, στο δεύτερο. Τρία παλιά γκαρσόνια μαζεύουν όπως όπως το μπακαλόχαρτο-τραπεζομάντιλο τυλίγοντας μέσα σε αυτό τα αποφάγια και τέσσερα μέλη του προσωπικού κινούνται σαν σβούρες πίσω από τον πάγκο της κουζίνας για να προλάβουν τις παραγγελίες, που πέφτουν βροχή.
Το ταβάνι της ταβέρνας συγκρατεί μετά βίας τα παλιά ψάθινα φωτιστικά, ενώ το ξύλο μάταια προσπαθεί να καμουφλάρει τα σαράντα χρόνια του, κάτω από τις σκασμένες του ρυτίδες. Εντούτοις, οι πελάτες πηγαινοέρχονται σαν τα μυρμήγκια και τα πιάτα αδειάζουν τον ένα μετά το άλλο. Τι θέση μπορεί να έχει το μάρκετινγκ σε μια ταβέρνα που παρέχει πεντανόστιμο φαγητό και τα γκαρσόνια “ξέρουν ποιος στ’ αλήθεια έχει καεί”; Καμία, γι’ αυτό μη ζητήσετε φυλλάδιο φεύγοντας!