Η λέξη μαλάκας είναι ουσιαστικό (επιθετικού προσδιορισμού) αρσενικού γένους, το οποίο συναντάται και ως μετοχή και στα τρία γένη: μαλακισμένος, μαλακισμένη, μαλακισμένο. Καθαρά για λόγους ευκολίας στη χρήση, ο γλωσσοπλάστης δημιούργησε και ένα αντίστοιχο ουσιαστικό θηλυκού γένους, υπό τον όρο: μαλάκω.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που συνάντησα σήμερα μέχρι να φτάσω από το σπίτι μου στην Ακρόπολη, έφεραν επάξια τον τίτλο του μαλάκα, και δεν τους πείραζε και καθόλου. Ο πρώτος μαλάκας ήταν ένας 45άρης που κρεμιόταν από το μπαλκόνι του για να ακούσει καλύτερα τον φίλο του, ο οποίος του φώναζε όντας διπλοπαρκαρισμένος επί κεντρικής λεωφόρου: «Θα περάσω μετά να σε πάρω, ρε μαλάκα!»
Ο δεύτερος μαλάκας που συνάντησα ήταν γυναίκα. Α, ξέχασα να αναφέρω ότι ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει, ακόμη και όταν απευθύνεται σε γυναίκες. Αυτή η μαλάκας, ήταν μια κοπέλα νεαρής ηλικίας που μόλις είχε πει κάτι αποστομωτικό στη φίλη της, η οποία αντέδρασε ως εξής: «Τι λες ρε μαλάκα!»
Τον τρίτο μαλάκα δεν τον συνάντησα γιατί δεν ήταν παρών. Έλαμψε δια της μαλακίας του, όταν ένας 35άρης άντρας, ξεφώνισε πάνω στο ακουστικό του κινητού του: «Όχι ρε, μη του πεις αυτουνού, είναι πολύ μαλάκας!»
Ο τέταρτος μαλάκας πρέπει να ήταν συνομήλικός μου, και να σας πω την αλήθεια, εγώ δεν είχα αντιληφθεί τίποτα περί της μαλακίας του, μέχρι την ώρα που η συνοδός του απαξίωσε τα λεγόμενά του, λέγοντας: «Άντε ρε μαλάκα, σιγά!»
Ο πέμπτος μαλάκας ήταν ο πρωταγωνιστής μιας διαφωνίας που είχε μια παρέα μεσήλικων ανδρών, οι οποίοι αποδοκίμαζαν με χιούμορ την πρακτική του φίλου τους, ξεκινώντας την κριτική τους ως εξής: «Αυτός ο μαλάκας..»




