Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Πόσο δίκιο είχε τελικά ο Ρουσσώ...


Από την ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα στις αρετές του Αριστοτέλη, από το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ στο Κεφάλαιο του Μαρξ και από τον ωφελιμισμό του Μπένθαμ στη συμφιλίωση του Λούκατς, οι φιλόσοφοι διένυσαν αιώνες αναζήτησης, αλλά παρόλα αυτά, δεν συμφώνησαν!

  • Τελικά η φύση του ανθρώπου είναι κακή; Ο Χόμπς συμφώνησε με τον Μακιαβέλι, και ο Ντε Σαντ με τον Πασκάλ ότι είναι πράγματι κακή. Ο Ρουσσώ, ωστόσο, είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη.

  • Τελικά πως πρέπει να τιθασεύεται η ανθρώπινη φύση; Με έναν ισχυρό ηγεμόνα, με ένα κράτος Λεβιάθαν, με το conatus ή με τον κοινωνικό δομισμό;

  • Τελικά, ποιο μονοπάτι φτάνει τη φύση μας στον προορισμό της; Ο στωικισμός, ο σκεπτικισμός, ο εμπειρισμός, ο φιλελευθερισμός ή ο αποδομισμός;

  • Τελικά η αγορά προϊόντων με χρήματα (και όχι η ανταλλαγή ειδών, όπως υποστήριζε ο Ρουσσώ) και η ιδιοκτησία είναι φυσικό δικαίωμα ή χυδαίος υλισμός;

Από τον Άνταμς στον Κέϋνς και από τον Σάμουελσον στον Κρούγκμαν πανιλδρομήσαμε από την ελευθερία στην επιτήρηση, ταξιδεύοντας με τον «άνθρωπο των Ινδιών» από την αποικιακή Βρετανία μέχρι την ήπειρο της «πλουραλιστικής δημοκρατίας των λόμπι».

Από τον είλωτα στον μέτοικο και από τον λύκο του Χόμπς στον υπεράνθρωπο του Νίτσε, ο άνθρωπος απελευθέρωσε το σώμα του, σπάζοντας τις σιδερένιες αλυσίδες που του είχαν φορέσει με τη βία, για να το υποδουλώσει εκ νέου στις πλασματικές ανάγκες που του καθόρισαν εκ των άνω.

Από τον Χρυσό αιώνα του Περικλή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και από την Pax Americana στην παγκόσμια οικονομική κρίση, οι πέντε Καρυάτιδες ακόμη περιμένουν την έκτη, οι σύγχρονοι Ρωμαίοι καμαρώνουν για τις σεξουαλικές επιδόσεις του νέου τους Καίσαρα και εγώ αναρωτιέμαι: Η φύση έκανε τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος τη φύση;

Πόσο δίκιο είχε τελικά ο Ρουσσώ..
Όλα είναι σωστά καθώς βγαίνουν από τα χέρια του Πλάστη, όλα εκφυλίζονται στα χέρια του ανθρώπου». (Αιμίλιος, βιβλίο Πρώτο, σελ. 23).

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Θυμάσαι τότε που...


Λίγα πράγματα μου θυμίζουν έντονα τα πρώιμα παιδικά μου χρόνια. Για την ακρίβεια, δεν είναι παρά μονάχα τρεις μυρωδιές. Κάθε φορά που ξανασυναντώ τη θάλασσα και τα πεύκα ή περνάω έξω από κάποιο ιχθυοπωλείο, ξαναβλέπω μπροστά μου τρεις εικόνες…Φρέσκα ψάρια να σπαρταρούν σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη.. ήρεμη θάλασσα να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα και κλωνάρια από πεύκα να μπερδεύονται με ανθούς πορτοκαλιάς και λεμονιάς.
Ο πατέρας μου δεν ήταν κατ’ επάγγελμα ψαράς, ωστόσο, ψάρευε συχνά. Σχεδόν κάθε βδομάδα το σπίτι μας γέμιζε αρμύρα. Τα ψάρια κυριολεκτικά κολυμπούσαν από τη θάλασσα στη μικρή μας αποθήκη, και μέσα σε λίγες ώρες, έκαναν φτερά! Εμείς κερδίζαμε λίγα χρήματα (ή και καθόλου, καθότι ο κυρ Αποστόλης ήταν και παρέμεινε πονετικός) και η γειτονιά μοσχοβολούσε φρεσκοψημένο ψαράκι.
Έπειτα ανοίγαμε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα και τη μπαλκονόπορτα για να χωρέσει όλη η θαλασσινή αύρα και να πλημμυρίσει κάθε γωνιά από το ορμητικό ρεύμα της έντονης μυρωδιάς των πεύκων. Μόλις καθάριζε και η τελευταία ομίχλη οσμής, η ατμόσφαιρα του σπιτιού φιλοξενούσε και πάλι την αιθέρια μυρωδιά των λεμονανθών.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Λίγο πριν κοιμηθώ..


Στα μέσα της ημέρας, όταν πια μεσημεριάζει για τα καλά, νιώθω την ανάγκη να ξαπλώσω για λίγο, να βυθιστώ στο μαλακό μου μαξιλάρι και να απλώσω τα πόδια μου ως την άκρη του κρεβατιού. Όμως, κάθε μεσημέρι, η χαλάρωση σκοντάφτει στα βιβλία που στοιβάζονται σε ντάνες στις δυο αντικριστές άκρες του κρεβατιού μου, ακριβώς στα σημεία που σχηματίζουν γωνία με τον τοίχο. Και εγώ κάθε φορά, τα κοιτάζω και απορώ. Ανακατεμένοι τίτλοι, διαφορετικά νοήματα, απλές και σύνθετες έννοιες στριμώχνονται η μια κάτω από την άλλη σαν μια διαδοχική ανακολουθία.

Τα δυο μεγάλα ράφια που υποκαθιστούν τη βιβλιοθήκη, απέναντι ακριβώς από το κρεβάτι, δεν χωράνε άλλα βιβλία. Ακόμη και τα υπάρχοντα, ξεχειλίζουν ασχημάτιστα και ετεροβαρή, αλλού στέκονται όρθια το ένα δίπλα στο άλλο και αλλού συνωστίζονται το ένα πάνω στο άλλο.

Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα κάθισμα-σεντούκι δεσπόζουν δύο ογκώδεις στοίβες βιβλίων, που υψώνονται κάθετα το ένα πάνω στο άλλο ως τη μέση του τοίχου. Ενώ, μπροστά από το κρεβάτι στέκεται μια ξύλινη στήλη στην οποία φιλοξενούνται ρούχα και άλλα βιβλία. Έτσι που τα βλέπω στριμωγμένα σε διάφορες γωνιές, αναρωτιέμαι: Αν τα βιβλία αποτελούν παράθυρα στη γνώση, γιατί όσο περισσότερο διαβάζω τόσο περισσότερο νιώθω ότι βυθίζομαι στην άγνοια;

Περιεργάζομαι για λίγο τους τίτλους, το βιβλίο με τίτλο «Caring for your school age child» με «βαραίνει» περισσότερο απ’ όλα, γιατί αφενός ξεπερνά όλα τ’ άλλα σε όγκο, αφετέρου πρέπει να το μεταφράσω και να το παραδώσω στον εκδοτικό οίκο σε λιγότερο από τρεις μήνες. Μα και το «Τoxic Fat» δεν υστερεί σε «βάρος» καθώς και αυτό πρέπει να παραδοθεί σε άλλο εκδοτικό οίκο, ευτυχώς όμως μέχρι το τέλος του χρόνου. Η «Σκέψη του Καμύ» με προβληματίζει ιδιαιτέρως «γιατί στο βάθος η αιτία έχει μικρή σημασία μπροστά στη συνέπεια», αλλά «Η μέθοδος εκμάθησης της ισπανικής γλώσσας» με ανακουφίζει… τουλάχιστον αυτό ξέρω ότι δεν θα το φέρω ποτέ σε πέρας, για όλα τα άλλα υπάρχει πάντα η ελπίδα.

Όσο περνάει η ώρα τόσο πλησιάζει το τέλος της προθεσμίας για την εξόφληση, την πληρωμή, την παράδοση.. την αέναη ανακύκλωση. Ο μεγάλος δείκτης μετράει τους χτύπους του ρολογιού, τα χρώματα των βιβλίων ανακατεύονται μέχρι που γίνονται γκρι, τα χέρια μου πέφτουν χαλαρωμένα στο άβολο στρώμα και λίγο πριν ο νους μου βυθιστεί στις ασυνείδητες σκέψεις μου.. το ίδιο ερώτημα αστράφτει μπροστά μου και έπειτα σβήνει σαν πυροτέχνημα: Πότε επιτέλους θα φτιάξω και εγώ τη δική μου «βιβλιοθήκη»;